Το Ελληνικό θαυματουργό βότανο που πρоστατεύει από καρκίνο και δıαβήτη

🔔 ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΑ ΔΥΝΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΑ ΧΑΝΕΙΣ ΣΤΟ FACEBOOK; 👉 Μπες στο κανάλι μας στο Viber εδώ 👈

Το βότανο που έχουμε σχεδόν όλοι στην κουζίνα – Τι προσφέρει σε σάκχαρο, καρδιά και οργανισμό

 

Τον βάζουμε στις σαλάτες, στις πατάτες, στα κρέατα, στις σάλτσες και σε δεκάδες παραδοσιακές συνταγές. Ο μαϊντανός είναι τόσο συνηθισμένος στην ελληνική κουζίνα ώστε πολλές φορές ξεχνάμε ότι, εκτός από άρωμα και γεύση, προσφέρει βιταμίνες και φυτικές ενώσεις που έχουν τραβήξει το ενδιαφέρον των επιστημόνων.

Ο μαϊντανός (Petroselinum crispum) είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μυρωδικά της μεσογειακής κουζίνας.

Για τους περισσότερους αποτελεί απλώς το τελευταίο άγγιγμα σε ένα πιάτο.

Λίγος ψιλοκομμένος μαϊντανός πάνω στις πατάτες, στη σαλάτα, στο ψάρι, στα όσπρια ή σε ένα μαγειρευτό φαγητό μπορεί να αλλάξει εντελώς τη γεύση.

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος που αξίζει να βρίσκεται τακτικά στο τραπέζι μας.

Παρά τη μικρή ποσότητα στην οποία συνήθως καταναλώνεται, ο μαϊντανός είναι ιδιαίτερα πλούσιος σε βιταμίνη Κ και περιέχει επίσης βιταμίνη C, καροτενοειδή και διάφορες φυτικές ενώσεις.

Δεν είναι βέβαια «θαυματουργό φάρμακο».

Και δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η κατανάλωση μαϊντανού μπορεί από μόνη της να προλάβει ή να θεραπεύσει τον καρκίνο ή τον διαβήτη.

Ορισμένα συστατικά του όμως έχουν μελετηθεί για τις αντιοξειδωτικές και βιολογικές τους ιδιότητες.

Φρέσκος μαϊντανός

Τι περιέχει πραγματικά ο μαϊντανός

Ο φρέσκος μαϊντανός έχει πολύ λίγες θερμίδες, καθώς η ποσότητα που χρησιμοποιούμε συνήθως σε ένα γεύμα είναι μικρή.

Παράλληλα όμως αποτελεί ιδιαίτερα συμπυκνωμένη πηγή ορισμένων μικροθρεπτικών συστατικών.

Ξεχωρίζει κυρίως για:

  • τη βιταμίνη Κ,
  • τη βιταμίνη C,
  • τα καροτενοειδή που σχετίζονται με τη βιταμίνη Α,
  • το φυλλικό οξύ,
  • και διάφορες φυτικές ενώσεις, όπως φλαβονοειδή.

Οι ακριβείς ποσότητες φυσικά εξαρτώνται από την ποσότητα μαϊντανού που τρώμε.

Και εδώ βρίσκεται μια σημαντική λεπτομέρεια που συχνά χάνεται στα άρθρα για τις «θαυματουργές τροφές»:

άλλο η περιεκτικότητα ανά 100 γραμμάρια και άλλο η ποσότητα που πραγματικά βάζουμε στο πιάτο μας.

Οι περισσότεροι δεν τρώνε 100 γραμμάρια μαϊντανό σε ένα γεύμα.

Γι’ αυτό δεν έχει νόημα να παρουσιάζουμε τα εντυπωσιακά ποσοστά ανά 100 γραμμάρια σαν να αφορούν δύο φυλλαράκια πάνω στη σαλάτα.

Γιατί η βιταμίνη Κ του μαϊντανού είναι σημαντική

Η βιταμίνη Κ είναι απαραίτητη για τη φυσιολογική πήξη του αίματος.

Παίζει επίσης ρόλο στην υγεία των οστών μέσω πρωτεϊνών που εξαρτώνται από τη βιταμίνη Κ.

Ο μαϊντανός συγκαταλέγεται στα πράσινα φυλλώδη τρόφιμα που μπορούν να προσφέρουν σημαντικές ποσότητες της συγκεκριμένης βιταμίνης.

Αυτό είναι καλό για τους περισσότερους ανθρώπους.

Υπάρχει όμως μία σημαντική εξαίρεση, την οποία θα δούμε παρακάτω: όσοι λαμβάνουν συγκεκριμένα αντιπηκτικά, όπως βαρφαρίνη, πρέπει να διατηρούν σχετικά σταθερή την πρόσληψη βιταμίνης Κ και να ακολουθούν τις οδηγίες του γιατρού τους.

Βιταμίνη C: Ένα ακόμη όφελος του φρέσκου μαϊντανού

Ο μαϊντανός περιέχει επίσης βιταμίνη C.

Η βιταμίνη C είναι απαραίτητη για πολλές λειτουργίες του οργανισμού.

Συμμετέχει στη σύνθεση του κολλαγόνου, λειτουργεί ως αντιοξειδωτικό και συμβάλλει στη φυσιολογική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο μαϊντανός «ενισχύει το ανοσοποιητικό» με κάποιον μαγικό τρόπο.

Σημαίνει ότι μπορεί να συμβάλλει, μαζί με πολλές άλλες τροφές, στην πρόσληψη απαραίτητων θρεπτικών συστατικών.

Οι φυτικές ουσίες που έκαναν τον μαϊντανό αντικείμενο μελετών

Μαϊντανός και θρεπτικά συστατικά

Το ενδιαφέρον των ερευνητών για τον μαϊντανό δεν περιορίζεται στις βιταμίνες του.

Περιέχει επίσης διάφορα φλαβονοειδή και άλλες φυτικές ενώσεις.

Δύο ονόματα εμφανίζονται συχνά στην επιστημονική βιβλιογραφία:

η απιγενίνη και η μυρικετίνη.

Η βάση δεδομένων του USDA καταγράφει, μεταξύ άλλων, μυρικετίνη στον ωμό μαϊντανό.

Αυτές οι ουσίες έχουν μελετηθεί σε εργαστηριακά πειράματα για πιθανές αντιοξειδωτικές, αντιφλεγμονώδεις και άλλες βιολογικές επιδράσεις.

Και κάπου εδώ ξεκίνησαν και οι πολύ μεγαλύτεροι ισχυρισμοί στο διαδίκτυο.

Μπορεί πραγματικά ο μαϊντανός να προστατεύσει από τον καρκίνο;

Εδώ χρειάζεται να ξεχωρίσουμε κάτι πολύ σημαντικό.

Δεν υπάρχουν επαρκή κλινικά δεδομένα που να αποδεικνύουν ότι η κατανάλωση μαϊντανού προλαμβάνει ή θεραπεύει τον καρκίνο στους ανθρώπους.

Αυτό δεν ακυρώνει το ενδιαφέρον της έρευνας.

Απλώς σημαίνει ότι δεν πρέπει να μετατρέπουμε ένα εργαστηριακό εύρημα σε θεραπευτική υπόσχεση.

Για παράδειγμα, η απιγενίνη έχει μελετηθεί σε καρκινικά κύτταρα και σε ζωικά μοντέλα.

Σε τέτοιες μελέτες έχουν παρατηρηθεί ενδιαφέρουσες επιδράσεις σε μηχανισμούς που σχετίζονται με τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων, τη φλεγμονή και τον κυτταρικό θάνατο.

Όμως ένα πείραμα σε καλλιέργεια κυττάρων ή σε ζώα δεν μας λέει ότι το να βάλουμε περισσότερο μαϊντανό στη σαλάτα θα αποτρέψει έναν όγκο στον άνθρωπο.

Τι συνέβη με την έρευνα για την απιγενίνη και τον καρκίνο του μαστού

Μία από τις μελέτες που αναφέρονται συχνά σε δημοσιεύματα εξέτασε την απιγενίνη σε πειραματικό μοντέλο καρκίνου του μαστού.

Τα αποτελέσματα δημιούργησαν ενδιαφέρον για την ουσία ως αντικείμενο περαιτέρω έρευνας.

Αυτό όμως δεν αποτελεί κλινική απόδειξη ότι:

«ο μαϊντανός μικραίνει τους όγκους».

Η συγκέντρωση μιας απομονωμένης ουσίας σε ένα πείραμα μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από την ποσότητα που προσλαμβάνει και απορροφά ο ανθρώπινος οργανισμός όταν τρώμε το τρόφιμο που την περιέχει.

Χρειάζονται ανθρώπινες κλινικές μελέτες για να γνωρίζουμε εάν μια τέτοια επίδραση έχει πραγματική θεραπευτική σημασία.

Η μυρικετίνη και ο καρκίνος

Παρόμοια εικόνα υπάρχει και για τη μυρικετίνη.

Πρόκειται για ένα φλαβονοειδές που συναντάται σε διάφορα φυτικά τρόφιμα.

Έχει μελετηθεί σε προκλινικά μοντέλα για αντιοξειδωτικές, αντιφλεγμονώδεις και πιθανές αντικαρκινικές δράσεις.

Αυτό είναι επιστημονικά ενδιαφέρον.

Δεν είναι όμως το ίδιο με το να λέμε ότι «η μυρικετίνη του μαϊντανού προλαμβάνει τον καρκίνο».

Τι λέει το National Cancer Institute για τις «αντικαρκινικές τροφές»

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο του άρθρου.

Πολλά τρόφιμα και μεμονωμένα φυτικά συστατικά έχουν δείξει αντικαρκινική δράση σε καλλιέργειες κυττάρων ή σε πειραματόζωα.

Όμως τα αποτελέσματα αυτά δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε προστασία από τον καρκίνο στους ανθρώπους.

Οι μελέτες ανθρώπινων πληθυσμών είναι πολύ πιο περίπλοκες.

Η συνολική διατροφή, το βάρος, το κάπνισμα, το αλκοόλ, η σωματική δραστηριότητα, η ηλικία, οι λοιμώξεις, οι ορμόνες και τα γονίδια είναι μόνο μερικοί από τους παράγοντες που μπορούν να επηρεάζουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.

Γι’ αυτό η επιστήμη δεν χαρακτηρίζει τον μαϊντανό «αντικαρκινικό φάρμακο».

Και τι ισχύει με το ψήσιμο του κρέατος;

Ένας ακόμη ισχυρισμός που κυκλοφορεί είναι ότι ο μαϊντανός ή η χλωροφύλλη του μπορεί να «εξουδετερώσει» τις καρκινογόνες ουσίες ενός καμένου κρέατος.

Αυτό είναι υπερβολικά απλουστευμένο.

Κατά το μαγείρεμα κρέατος σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, ιδιαίτερα όταν καίγεται ή καρβουνιάζει, μπορούν να σχηματιστούν ενώσεις όπως ετεροκυκλικές αμίνες και πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες.

Το να προσθέσουμε όμως μαϊντανό δίπλα στο κρέας δεν «ακυρώνει» αυτές τις ουσίες.

Πιο λογική πρακτική είναι να αποφεύγουμε το υπερβολικό κάψιμο και το μαύρισμα του κρέατος και να έχουμε συνολικά μια διατροφή πλούσια σε φυτικά τρόφιμα.

Μαϊντανός και διαβήτης: Τι γνωρίζουμε πραγματικά

Και εδώ υπάρχει αρκετό ενδιαφέρον, αλλά χρειάζεται η ίδια προσοχή.

Η μυρικετίνη και άλλες φυτικές ενώσεις έχουν μελετηθεί σε εργαστηριακά και ζωικά μοντέλα για την επίδρασή τους:

  • στη γλυκόζη του αίματος,
  • στην ευαισθησία στην ινσουλίνη,
  • στο οξειδωτικό στρες,
  • και σε ορισμένους δείκτες φλεγμονής.

Τα αποτελέσματα ορισμένων πειραμάτων είναι ενδιαφέροντα.

Δεν έχουμε όμως από αυτά τα δεδομένα απόδειξη ότι ο μαϊντανός προλαμβάνει ή θεραπεύει τον σακχαρώδη διαβήτη στους ανθρώπους.

Κανένας άνθρωπος με διαβήτη δεν πρέπει να αντικαταστήσει τη φαρμακευτική του αγωγή ή τις διατροφικές οδηγίες που έχει λάβει με μαϊντανό, χυμό μαϊντανού ή κάποιο συμπλήρωμα.

Τότε γιατί αξίζει να τρώμε μαϊντανό;

Επειδή μια τροφή δεν χρειάζεται να θεραπεύει τον καρκίνο για να είναι καλή τροφή.

Και εδώ κρύβεται ίσως το πραγματικό πλεονέκτημα του μαϊντανού.

Δίνει πολύ έντονη γεύση και άρωμα με ελάχιστες θερμίδες.

Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να μας βοηθήσει να κάνουμε πιο νόστιμα τα λαχανικά, τις σαλάτες, τα όσπρια και άλλα απλά τρόφιμα χωρίς να χρειάζεται να βασιζόμαστε αποκλειστικά στο αλάτι.

Παράλληλα προσθέτει μικροθρεπτικά συστατικά και φυτικές ενώσεις στη διατροφή.

Μπορεί να βοηθήσει να μειώσουμε το αλάτι;

Για κάποιον που έχει συνηθίσει πολύ αλμυρό φαγητό, τα μυρωδικά είναι ένας εξαιρετικός σύμμαχος στην κουζίνα.

Μαϊντανός, άνηθος, βασιλικός, ρίγανη, θυμάρι, λεμόνι, σκόρδο και άλλα αρωματικά μπορούν να δώσουν ένταση στη γεύση χωρίς να χρειάζεται να προσθέσουμε τεράστια ποσότητα αλατιού.

Αυτό έχει πρακτική αξία.

Η υπερβολική πρόσληψη νατρίου συνδέεται με υψηλότερη αρτηριακή πίεση σε πολλούς ανθρώπους.

Επομένως η αντικατάσταση μέρους του αλατιού με μυρωδικά μπορεί να είναι μια μικρή αλλά χρήσιμη καθημερινή αλλαγή.

Μαϊντανός και υγεία των οστών

Η υψηλή περιεκτικότητα του μαϊντανού σε βιταμίνη Κ είναι ένας ακόμη λόγος που παρουσιάζει διατροφικό ενδιαφέρον.

Η βιταμίνη Κ συμμετέχει στην ενεργοποίηση πρωτεϊνών που σχετίζονται με τον μεταβολισμό των οστών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο μαϊντανός «θεραπεύει την οστεοπόρωση».

Η υγεία των οστών εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως:

  • την ηλικία,
  • τη σωματική δραστηριότητα,
  • την πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D,
  • τις ορμόνες,
  • το κάπνισμα και το αλκοόλ,
  • και διάφορες παθήσεις ή φάρμακα.

Ο μαϊντανός μπορεί απλώς να αποτελεί μία ακόμη θρεπτική φυτική τροφή μέσα σε μια ισορροπημένη διατροφή.

Μαϊντανός και όραση

Ο μαϊντανός παρέχει επίσης καροτενοειδή.

Τα καροτενοειδή είναι μια μεγάλη οικογένεια φυτικών χρωστικών, ορισμένες από τις οποίες μπορούν να μετατραπούν από τον οργανισμό σε βιταμίνη Α.

Η βιταμίνη Α είναι απαραίτητη για τη φυσιολογική λειτουργία της όρασης και ιδιαίτερα του αμφιβληστροειδούς.

Και εδώ όμως ισχύει ο ίδιος κανόνας:

ο μαϊντανός συμβάλλει στην πρόσληψη θρεπτικών συστατικών, δεν «διορθώνει» την όραση.

Ωμός ή μαγειρεμένος;

Και οι δύο τρόποι μπορούν να έχουν θέση στη διατροφή.

Ο φρέσκος μαϊντανός είναι ιδανικός σε σαλάτες, σάλτσες και ως τελικό άρωμα σε ένα φαγητό.

Η παρατεταμένη θερμική επεξεργασία μπορεί να μειώσει την ποσότητα ορισμένων ευαίσθητων βιταμινών, όπως η βιταμίνη C.

Γι’ αυτό, όταν θέλουμε να διατηρήσουμε περισσότερο από το φρέσκο άρωμά του, μπορούμε να προσθέτουμε μέρος του μαϊντανού προς το τέλος του μαγειρέματος.

Πόσο μαϊντανό πρέπει να τρώμε;

Δεν υπάρχει κάποια επιστημονικά καθιερωμένη «θεραπευτική δόση».

Δεν χρειάζεται να τρώμε ένα ματσάκι την ημέρα ούτε να φτιάχνουμε συμπυκνωμένους χυμούς.

Ο μαϊντανός μπορεί απλώς να χρησιμοποιείται γενναιόδωρα ως μυρωδικό μέσα σε μια ποικίλη διατροφή.

Λίγος στη σαλάτα, στο φαγητό, στις πατάτες, στα λαχανικά ή σε μια σπιτική σάλτσα είναι ένας εύκολος τρόπος να τον εντάξουμε στην καθημερινότητα.

Προσοχή αν παίρνετε βαρφαρίνη

Αυτό είναι σημαντικό.

Ο μαϊντανός είναι πλούσιος σε βιταμίνη Κ και η πρόσληψη βιταμίνης Κ μπορεί να επηρεάσει τη δράση ανταγωνιστών της βιταμίνης Κ, όπως η βαρφαρίνη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όσοι παίρνουν βαρφαρίνη πρέπει να εξαφανίσουν τον μαϊντανό και όλα τα πράσινα λαχανικά από τη διατροφή τους.

Το σημαντικό είναι συνήθως η σταθερότητα της πρόσληψης βιταμίνης Κ.

Μια απότομη μεγάλη αύξηση ή μείωση της κατανάλωσης τροφών πλούσιων σε βιταμίνη Κ μπορεί να επηρεάσει το INR.

Γι’ αυτό όσοι λαμβάνουν βαρφαρίνη πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες του γιατρού ή του αντιπηκτικού ιατρείου τους και να συζητούν μαζί τους σημαντικές αλλαγές στη διατροφή.

Άλλο ο μαϊντανός στο φαγητό και άλλο τα συμπυκνωμένα σκευάσματα

Αυτό επίσης αξίζει να το ξεκαθαρίσουμε.

Η φυσιολογική χρήση μαϊντανού ως τρόφιμο δεν είναι το ίδιο με την κατανάλωση πολύ μεγάλων ποσοτήτων σε χυμούς, εκχυλίσματα, αιθέρια έλαια ή συμπληρώματα.

Το γεγονός ότι κάτι είναι «φυσικό» δεν σημαίνει ότι σε συμπυκνωμένη μορφή είναι κατάλληλο για όλους.

Ιδιαίτερα όσοι παίρνουν φάρμακα, είναι έγκυες ή θηλάζουν ή έχουν χρόνια προβλήματα υγείας δεν πρέπει να χρησιμοποιούν συμπυκνωμένα φυτικά σκευάσματα χωρίς να συμβουλευτούν επαγγελματία υγείας.

Το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε με τα «θαυματουργά βότανα»

Όταν μια εργαστηριακή μελέτη δείχνει ότι μια ουσία που υπάρχει σε ένα φυτό επηρεάζει καρκινικά κύτταρα, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον για τους ερευνητές.

Στο διαδίκτυο όμως το επόμενο πρωί μπορεί να εμφανιστεί ο τίτλος:

«Το βότανο που σκοτώνει τον καρκίνο».

Ανάμεσα στις δύο προτάσεις υπάρχει τεράστια επιστημονική απόσταση.

Για να αποδειχθεί ότι μια ουσία προλαμβάνει ή θεραπεύει μια ασθένεια χρειάζονται κατάλληλες μελέτες σε ανθρώπους, στις σωστές δόσεις, με ομάδες ελέγχου και με αξιολόγηση τόσο της αποτελεσματικότητας όσο και της ασφάλειας.

Το πραγματικό όφελος βρίσκεται στη συνολική διατροφή

Αν θέλουμε να μειώσουμε τον κίνδυνο χρόνιων παθήσεων, δεν χρειάζεται να αναζητούμε ένα μαγικό βότανο.

Πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει το συνολικό διατροφικό πρότυπο.

Μια διατροφή που περιλαμβάνει ποικιλία λαχανικών και φρούτων, όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης, ξηρούς καρπούς και κατάλληλες πηγές πρωτεΐνης είναι πολύ πιο σημαντική από το να επικεντρωνόμαστε σε ένα μόνο συστατικό.

Και μέσα σε αυτό το διατροφικό μοτίβο, ο μαϊντανός χωράει εξαιρετικά.

Το συμπέρασμα για τον μαϊντανό

Ο ταπεινός μαϊντανός αξίζει σίγουρα περισσότερο ενδιαφέρον απ’ όσο του δίνουμε.

Είναι χαμηλός σε θερμίδες, ιδιαίτερα πλούσιος σε βιταμίνη Κ και περιέχει βιταμίνη C, καροτενοειδή και ενδιαφέρουσες φυτικές ενώσεις όπως η απιγενίνη και η μυρικετίνη.

Ορισμένες από αυτές τις ουσίες έχουν παρουσιάσει ενδιαφέροντα αποτελέσματα σε εργαστηριακές και ζωικές μελέτες σχετικά με τον καρκίνο, τον μεταβολισμό της γλυκόζης, τη φλεγμονή και το οξειδωτικό στρες.

Αυτό όμως δεν αποδεικνύει ότι ο μαϊντανός προλαμβάνει τον καρκίνο ή τον διαβήτη στους ανθρώπους.

Αξίζει να τον χρησιμοποιούμε όχι επειδή είναι «θαυματουργό φάρμακο», αλλά επειδή είναι ένα θρεπτικό, αρωματικό τρόφιμο που μπορεί εύκολα να αποτελέσει μέρος μιας υγιεινής μεσογειακής διατροφής.

Και μερικές φορές η πραγματική αξία μιας τροφής είναι πιο ενδιαφέρουσα από τον μύθο που δημιουργήθηκε γύρω της.

Σημαντικό: Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί ιατρική συμβουλή. Ο μαϊντανός δεν αποτελεί θεραπεία ή μέσο πρόληψης του καρκίνου ή του σακχαρώδη διαβήτη. Άτομα που λαμβάνουν βαρφαρίνη ή άλλα φάρμακα που επηρεάζονται από τη διατροφή πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό τους πριν κάνουν μεγάλες αλλαγές στην πρόσληψη τροφών πλούσιων σε βιταμίνη Κ.

Σχετικές δημοσιεύσεις